Page 54 - 4 DIATMHMATIKO - ABSTRACT BOOK_FINAL
P. 54
OΡΓΑΝΩΣΗ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
BΟΛΟΣ • ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΜΕΛΙΣΣΑΤΙΚΑ
54 4o ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΡΙΛΗΨΕΩΝ
25-27 Σεπτεμβρίου 2025
e - Posters
Σκοπός της μελέτης: Η εξωμαστική νόσος Paget (EMPD) αποτελεί σπάνια κακοήθεια που προσβάλει περιοχές του δέρματος πλούσιες σε αποκρινείς ιδρωτοποιούς αδένες, συνηθέστερα σε αιδοίο, πέος, όσχεο, περίνεο και περιπρωκτικά. Διακρίνεται σε πρωτοπαθή EMPD, που εξορμάται ενδοεπιθηλιακά, και δευτεροπαθή, που είναι αποτέλεσμα επιδερμοτροπικής επέκτασης ή επέκτασης κατά συνέχεια ιστού από κακοήθεια κατωτέρου πεπτικού, ουροποιητικού, αναπαραγωγικού ή άλλου συστήματος. Σκοπός μας είναι να παρουσιάσουμε δύο περιστατικά EMPD και να ανατρέξουμε στη βιβλιογραφία για τις ισχύουσες πρακτικές αντιμετώπισης.
Υλικό και μέθοδος: Παρουσιάζουμε δύο ασθενείς με EMPD, που προσήλθαν στο ουρολογικό ιατρείο της κλινικής μας. Ο πρώτος ήταν άνδρας 62 ετών, με αιμορραγούσα εξελκωμένη πλάκα οσχέου 35mm. Η δεύτερη ήταν γυναίκα 62 ετών, με ασυμπτωματική ερυθηματώδη πλάκα περινέου 15mm.
Αποτελέσματα: Στους ασθενείς πραγματοποιήθηκε ευρεία εκτομή της βλάβης, με ιστολογική έκθεση EMPD. Έγινε ογκολογικό συμβούλιο για την περεταίρω διαχείριση. Ο άνδρας εμφάνισε θετικά όρια εκτομής και υπεβλήθη σε επικουρική ακτινοθεραπεία. Κατόπιν γονιδιακού ελέγχου, έλαβε anti-HER2 ανοσοθεραπεία. Παρακολουθείται 1 έτος και είναι ελεύθερος νόσου. Η γυναίκα εμφάνισε αρνητικά όρια εκτομής και βρίσκεται 1 έτος υπό παρακολούιθηση, χωρίς υποτροπή. Στους ασθενείς ολοκληρώθηκε διερεύνηση για έτερη νεοπλασματική εστία με κολονοσκόπηση, κυστεοσκόπηση, κυτταρολογική ούρων και αξονική τομογραφία άνω-κάτω κοιλίας-θώρακος, οι οποίες απέβησαν αρνητικές, αποκλείοντας δευτεροπαθή EMPD.
Συμπεράσματα: Η EMPD, παρότι εμφανίζεται με λιγότερα από 4000 περιστατικά την τελευταία εικοσαετία, οφείλει να συμπεριλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση επιφανειακών βλαβών της ουρογεννητικής περιοχής. Λόγω απουσίας τυχαιοποιημένων προοπτικών μελετών και κατευθυντήριων οδηγιών, η αντιμετώπιση βασίζεται σε αποτελέσματα αναδρομικών μελετών. Σημασία έχει η χειρουργική εκτομή της βλάβης σε ευρεία βάση, λόγω υποκλινικής επέκτασης πέραν των μακροσκοπικών ορίων, όπως στο πρώτο περιστατικό. Η επιθυμητή απόσταση των εγχειρητικών ορίων και η κλινική σημασία των θετικών ορίων δεν έχουν αποσαφηνιστεί. Σημαντική θέση έχει η ακτινοθεραπεία, τόσο ως επικουρική θεραπεία, όσο και ως εναλλακτική θεραπεία πρώτης γραμμής. Η χημειοθεραπεία και η στοχευμένη anti-HER2 ανοσοθεραπεία βρίσκονται υπό μελέτη για τη μεταστατική και τοπικά εκτεταμένη νόσο.
Σκοπός της μελέτης: Η παρουσίαση ενός σπάνιου περιστατικού ουροθηλιακού καρκινώματος με μορφολογία λεμφοεπιθηλιώματος (LELC) και η συζήτηση της διαγνωστικής και θεραπευτικής προσέγγισης βάσει της διεθνούς βιβλιογραφίας.
Υλικό και μέθοδος: Άνδρας 55 ετών, καπνιστής (35 pack-years), με ατομικό αναμνηστικό ΧΑΠ, υποθυρεοειδισμού και δυσλιπιδαιμίας, προσήλθε για διερεύνηση ανώδυνης μακροσκοπικής αιματουρίας. Η αξονική ουρογραφία ανέδειξε θηλωματώδη μάζα με ευρεία βάση προσθίως και δεξιά της μέσης γραμμής με συνοδό πάχυνση του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης (εικόνα 1). Ακολούθησε διουρηθρική εκτομή της βλάβης (TURBT).
Αποτελέσματα: Η ιστολογική εξέταση ανέδειξε ουροθηλιακό καρκίνωμα με μορφολογία λεμφοεπιθηλιώματος (LELC), το οποίο διηθεί τον υποεπιθηλιακό συνδετικό ιστό (pT1), ενώ στο παρασκεύασμα περιλαμβάνονταν λείες μυϊκές ίνες ελεύθερες νόσου. Ο έλεγχος σταδιοποίησης με PET/CT δεν ανέδειξε λεμφαδενική ή απομακρυσμένη μεταστατική νόσο. Υπεβλήθη σε ριζική κυστεκτομή με εκτροπή ούρων κατά Bricker και διατήρηση των αγγειονευρώδων δεματίων. Η μετεγχειρητική πορεία ήταν ομαλή και εξήλθε την τρίτη μετεγχειρητική ημέρα. Το παρασκεύασμα της ριζικής κυστεκτομής ήταν ελεύθερο υπολειμματικής νόσου pT0. Ο ασθενής χωρίς να λάβει περαιτέρω επικουρική θεραπεία, εντάχθηκε σε πρωτόκολλο ενεργής παρακολούθησης.
Συμπεράσματα: Το ουροθηλιακό καρκίνωμα με μορφολογία λεμφοεπιθηλιώματος (LELC) αποτελεί σπάνιο ιστολογικό υπότυπο των νεοπλασιών της ουροδόχου κύστης, με επίπτωση που κυμαίνεται μεταξύ 0.4% και 1.3% όλων των ουροθηλιακών όγκων.
Η μέση ηλικία διάγνωσης κυμαίνεται γύρω στην έκτη δεκαετία, με ελαφρά υπεροχή στους άνδρες και απαιτεί
ιστολογική και ανοσοϊστοχημική τεκμηρίωση λόγω της μορφολογικής ομοιότητας με λέμφωμα ή κακώς
διαφοροποιημένο ουροθηλιακό καρκίνωμα. Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζονται σε πρώιμα στάδια, όπως στο παρόν περιστατικό, ενώ η πρόγνωση φαίνεται ευνοϊκότερη σε περιπτώσεις καθαρής ή κυρίως λεμφοεπιθηλιοειδούς μορφής. Η θεραπευτική στρατηγική δεν είναι ομοιόμορφη λόγω της σπανιότητας της νόσου ωστόσο, οι περισσότερες μελέτες συμφωνούν στο ότι η επιθετικότερη αντιμετώπιση (ριζική κυστεκτομή) σχετίζεται με βελτιωμένη επιβίωση σε μη μεταστατικά περιστατικά. Η ανάγκη για συλλογή περισσότερων δεδομένων και τυποποίηση της διαχείρισης καθίσταται επιτακτική.
PP70
ΟΥΡΟΘΗΛΙΑΚΟ ΚΑΡΚΙΝΏΜΑ ΜΕ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ ΛΕΜΦΟΕΠΙΘΗΛΙΏΜΑΤΟΣ (LELC): ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΠΑΝΙΟΥ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Ηλίας Κανακάκης1, Μαρίνος Μπερδεμπές1, Ιωάννης Δαμακούδης1, Αθανάσιος Κοπανίδης1, Λούης Γιάγκου1, Χρήστος Γιαννούλης1, Χρυσάφης Πιπιγκάκης1, Αριστείδης Ζαρογιάννος1, Βασίλειος Τζελέπης1 1417 ΝΙΜΤΣ
PP69
ΕΞΏΜΑΣΤΙΚΗ ΝΟΣΟΣ PAGET: ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΚΑΚΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΓΕΝΝΗΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ.
Γεώργιος-Χρήστος Γιάγκος1, Θωμάς Κάλφας1, Δήμητρα Στεφάνου2, Κωνσταντίνος Δουρούμης1, Ναπολέων Μουλαβασίλης1, Κωνσταντίνος Στραβοδήμος1, Διονύσιος Μητρόπουλος1
1Α' Ουρολογική Κλινική ΕΚΠΑ, ΓΝΑ Λαϊκό, 2Α' Παθολογική Κλινική ΕΚΠΑ, ΓΝΑ Λαϊκό

